Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Γιατί δεν στολίζουν πια τα παιδιά τον Επιτάφιο;Το Πάσχα, σχεδόν πάντα, πηγαίναμε στο νησί, στο σπίτι που είχε μεγαλώσει ο παππούς μου.

Κι εγώ και η αδερφή μου το περιμέναμε με ανυπομονησία και είχαμε μεγάλη χαρά. To νησί ήταν ήσυχο και δεν είχε πολύ κόσμο αλλά είχε τους φίλους των διακοπών, τους οποίους βλέπαμε μόνον εκεί. Εκείνοι περίμεναν τη δική μας “φασαρία” κι εμείς περιμέναμε τη δική τους “φασαρία”. Φορτώναμε το αμάξι με όλα τα Πασχαλινά καλά και με ιδιαίτερη προσοχή βάζαμε στο πιο σκιερό σημείο του αυτοκινήτου τις λαμπάδες μας. Η αλήθεια είναι ότι δεν καταφέρναμε πάντα να φτάσουμε στην εκκλησία με το κερί ολόκληρο ή ίσιο, αλλά είχε και αυτό την πλάκα του.

Τις αγαπούσαμε τις Πασχαλινές διακοπές γιατί όλες τις ημέρες μας αφήνανε να μένουμε ξύπνιες μέχρι πολύ αργά το βράδυ. Τη Μ. Πέμπτη στολίζαμε τον Επιτάφιο, τη Μ. Παρασκευή τον ακολουθούσαμε και τον καμαρώναμε, κερδίζοντας(στο μυαλό μας) πάντα στο “διαγωνισμό” με τις άλλες ενορίες, το Μ. Σάββατο πηγαίναμε στην Ανάσταση και την Κυριακή του Πάσχα είχαμε γλέντι για τη γιορτή του θείου Λάμπρου. Αν τύχαινε και την επόμενη ημέρα του Αγίου Γεωργίου, τα γλέντια συνεχίζονταν ακάθεκτα γιατί είχαμε πολλούς Γιώργηδες στο σόι.

Η πιο ξεχωριστή στιγμή όμως ήταν το στόλισμα του Επιταφίου. Κορίτσια (κυρίως) αλλά και αγόρια ξενυχτούσαμε, αναλαμβάνοντας ο καθένας μια σημαντική, και κατά τη δική μας άποψη την πιο σημαντική από όλες, δουλειά. Οι πιο μεγάλοι έδιναν τη βασική ιδέα και εμείς παίρναμε τους ρόλους που μας έδιναν. Τα λουλούδια τα βρίσκαμε στην εκκλησία καθώς τα είχαν μαζέψει οι ντόπιοι το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης από τους κήπους και τις αυλές των σπιτιών, όσο εμείς οι Αθηναίοι ταξιδεύαμε για να φτάσουμε στο νησί. Θυμάμαι την εκκλησία να μοσχομυρίζει ανοιξιάτικα λουλούδια. Βιολέτες, γαρύφαλλα, τριαντάφυλλα, λεμονανθούς και πασχαλιές που αν και μαραίνονταν γρήγορα έδιναν άλλη αίσθηση στο αποτέλεσμα. Μα, πόσο όμορφα μυρίζει η πασχαλιά! Ακόμα και σήμερα η μυρωδιά της, όπου κι να τη βρω, μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια. Αν και δυστυχώς η πόλη δεν έχει πια πολλές πασχαλιές ή δεν τις αφήνει να ανθίσουν.

 

Σιγά σιγά, ο ξυλόγλυπτος επιτάφιος “χρωματιζόταν¨και άνθιζε. Να πλέξετε γιρλάντες με άσπρα λουλούδια για να τις βάλουμε επάνω, έλεγαν πάντα οι πιο μεγάλοι, γιατί το επάνω μέρος συμβολίζει τον ουρανό ενώ στο επίπεδο να κάνετε στεφάνια με τα κόκκινο λουλούδια γιατί αυτό συμβολίζει τη Γη. Εκείνα τα χρόνια, δεν καταλάβαινα τη διαφορά, ούτε τον συμβολισμό, αλλά τώρα πια το νιώθω και συχνά πιάνω τον εαυτό μου να τη προσέχει αυτή τη λεπτομέρεια όταν περνά ο Επιτάφιος.

 

Κρυφοκοιτάζω, όπως κρυφοκοιτάζαμε και τότε τις ιδέες των υπολοίπων ενοριών. Περίπου στην εφηβεία, αναλαμβάναμε και τη δουλειά του ντετέκτιβ. Βγαίναμε και κάναμε “κρυφές” επισκέψεις για να δούμε τι είχαν καταφέρει οι υπόλοιποι,  εάν είχαν τελειώσει εγκαίρως και αν είχαν σκεφτεί κάποια καινούργια ιδέα που εμείς αγνοούσαμε. Και μετά από την έρευνα, ερχόντουσαν οι ανακοινώσεις. Μέσα στην ησυχία, άνοιγε η βαριά πόρτα της εκκλησίας και φωνάζαμε: Έχουν βάλει λεμονανθούς, δεν έχουν βάλει κλαδιά, δεν έχουν πλέξει στεφάνια και άλλα. Ησυχία φωνάζανε οι πιο μεγάλοι, αλλά ποτέ δεν αγνοούσαν τα “στοιχεία” που είχαμε συλλέξει και έπαιρνα το σχετικό μήνυμα για τη συνέχεια του στολισμού.

 

Κάτι ακόμα ξεχωριστό της ημέρας ήταν ότι όλα τα παιδιά ερχόμασταν πιο κοντά και γνωριζόμασταν καλύτερα. Έχω ακόμα αγαπημένους φίλους από τότε και έχω και μερικά φλερτ να θυμάμαι (μεταξύ μας). Μετά το τέλος του στολισμού, περπατούσαμε στα ήσυχα δρομάκια για να πάμε σπίτι και τα γέλια μας ξυπνούσανε όλο το νησί. Αλλά κανένας δεν γκρίνιαζε, ούτε μας μάλωνε γιατί μάλλον το είχε κάνει κι αυτός στα νιάτα του.

 

Το βράδυ στην περιφορά καμαρώναμε το αποτέλεσμα και ανακοινώναμε τα κατορθώματά μας. Εγώ τις έβαλα τις πασχαλιές στο πλάι, ήταν δική μου ιδέα το στεφάνι, κοίτα πόσο όμορφη γιρλάντα έφτιαξα και κάπως έτσι φτάναμε στην εκκλησία και σβήναμε τα φαναράκια μας.

 

Πέρσι το Πάσχα, μετά από πολλά χρόνια αποφάσισα να ξαναπάω στο στολισμό έχοντας συγκινημένη μαζί μου και έναν μικρό βοηθό, το γιο μου. Του είχα εξηγήσει το έθιμο, και του είχα υποσχεθεί ότι θα αναλάβει σημαντικό έργο και ότι θα κάνει φίλους. Μπαίνοντας στην εκκλησία δεν είχε ούτε ένα παιδί. Μα πού είναι τα παιδιά, ρώτησα τις δραστήριες κυρίες που είχαν ήδη ξεκινήσει. Τα παιδιά; μου είπε η μία κυρία αδιάφορα, σιγά μην χάσουν τη βόλτα τους για να στολίσουν τον Επιτάφιο. Δεν έρχονται πια παιδιά στο στόλισμα του Επιταφίου. Θύμωσα τόσο πολύ με το γεγονός αλλά και με την αδιαφορία με την οποία μου το είπε, που γύρισα και της είπα αυτό που ήξερα ότι θα την ενοχλήσει πολύ Γι’ αυτό δεν θα γίνει ποτέ όσο όμορφος ήταν παλιά,  και έφυγα.

 

Βγαίνοντας έξω υποσχέθηκα στον εαυτό μου και στο παιδί μου, ότι την επόμενη χρονιά η εκκλησία θα γεμίσει παιδικές φωνές και δημιουργικά χέρια και ότι, όσο περνάει από το δικό μου χέρι, δεν θα επιτρέψω στην αδιαφορία των μεγάλων αλλά και στην θλίψη της εποχής να “σκοτώσουν” άλλο ένα έθιμο. Καλώς ή κακώς η εποχή που μας έτυχε να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας είναι δύσκολη, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως οι άλλες εποχές ήταν εύκολες. Αλλά η δική μου γενιά,  πίστεψε ότι δε μπορεί να πετάξει. Πίστεψε ότι δεν της αξίζει να πετάξει, γι’ αυτό μπορεί να συνεχίσει με κομμένα φτερά μια μονότονη και αδιάφορη καθημερινότητα.

 

Εγώ όμως αρνούμαι να το δεχτώ αυτό και πιστεύω ότι είναι στο χέρι μας να φτιάξουμε ένα καλύτερο μέλλον. Γιατί για να αλλάξει ο κόσμος, θα πρέπει να πιστέψουμε ότι μπορεί να αλλάξει ή αλλιώς για να στολίσουμε τον Επιτάφιο θα πρέπει απλά να ανθίζουν λουλούδια. Και ευτυχώς  λουλούδια θα ανθίζουν πάντα την Άνοιξη!

 

 

 

 

 

 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

Cookies make it easier for us to provide you with our services. With the usage of our services you permit us to use cookies.
Ok